ἐξάντης
ἐξάντης, out of danger, healthy
- out of danger, healthy, ἐ. γίνεται Hp. Morb. 3.3, Mul. 1.41; ἐξάντη ποιεῖν τινα Pl. Phdr. 244e.
- b harmless, ἐξάντη φάσκοντες ποιήσειν (sc. μῆνιν Ἑκάτης) D.Chr. 4.90.
- 2 c. gen., free from, κακοῦ Ael. NA 3.5; νούσου Hp. Morb. 1.14, cf. Com.Adesp. 1279 (= Trag.Adesp. 151); δειλίας Jul. Or. 6.192b.
- 3 = ἐξεστηκώς, μαινόμενος, EM 346.42.
I
1 libre de c. gen.
γενέσθαι τῆσδέ μ' ἐξάντη νόσου
(ζωή) ἐ. πάσης ἀσελγείας
τοῦ κακοῦ πεποίηκε τὸν ἄνθρωπον ἐξάντη
τῆς μήνιδος τῆς ἐκ τοῦ θεοῦ
δειλίας
τῆς ἐπιληψίας
κινδύνων
• abs., cont. medic. o mág. libre de peligro, curado, sano
ἢν δ' ἄρα ἀφίκηται (ἐς τὰς ἑπτὰ ἡμέρας), ἐ. γίνεται
ἐξάντη ποιῆσαι
curar
• fig.
νόμων τιμωρίαις ἐξάντεις τοὺς μιαιφόνους κατέστησαν
sanaron a los asesinos mediante castigos establecidos por las leyes
2 que está fuera de sí, enloquecido, EM 346.42G.
II neutr. sg. ἐξάντες como adv. enfrente Hsch.