ἐξανθισμός Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐξανθ-ισμός, ὁ, = ἐξάνθημα, v.l. in Dsc. 2.82.3. ἐξανθισμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Diosc. 2, 101. ἐξανθισμός, ὁ, = ἐξάνθημα, Diosc.