ἑξαπάλαστος
ἑξαπάλαστος, of six hands-breadth
ἑξᾰπάλαστος [πᾰ], ον,
- of six hands-breadth, Hdt. 1.50, 2.149 (v.l. -αιστος).
de seis palmos de longitud
ἡμιπλίνθια
πῆχυς
ἑξαπάλαστος
ἑξᾱ-πάλα(ι)στος, ον
παλαιστή
- of six hands-breadth, Hdt.