ἐξαπαιτέω
ἐξαπ-αιτέω, strengthd. for ἀπαιτέω, dub. in Jul. Mis. 349b (ἐξαπατῶσι codd.).
requerir, reclamar
κἀκείνης (συνόδου) ... ἐξαπαιτούσης τὴν ... ἱστορίαν
ἵνα ... τὰς τῆς κυριοκτονίας ἐξαπαιτηθεῖεν δίκας
para que se les exigiera el castigo por la muerte del Señor
ἐξ·απαιτέω-ῶ (prés.) réclamer, Jul. 349b.
ἐξαπαιτέω, verstärktes ἀπαιτέω, Iulian.