ἐξέρισμα Save LSJ Bailly 2024 ἐξέρ-ισμα, ατος, τό, f.l. for ἐξορισμός, Porph. Abst. 1.10. ἐξέρισμα, ατος (τὸ) c. ἔρισμα, Porph. Abst. 1, 10, p. 17.