Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐξερεθιστής
ἐξερεθιστής, one who provokes
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐξεπιπλήσσω
ἐξεπιπολῆς
ἐξεπίσταμαι
ἐξεπισφραγίζομαι
ἐξεπισφραγίζω
ἐξεπιτάξ
ἐξεπίτηδες
ἐξεπιτρέπω
ἐξεπιτρέχω
ἐξεπομβρέω
ἐξεπράθομεν
ἐξέπραθον
ἐξέπτη
ἐξέπτυσε
ἐξεραίνω
ἐξέραμα
ἐξέρασις
ἐξεραστής
ἐξεραυνάω
ἐξεράω
ἐξεργάζομαι
ἐξεργασία
ἐξεργασμός
ἐξεργαστέον
ἐξεργαστικός
ἐξεργαστικῶς
ἐξεργάτης
ἐξέργω
ἐξερεείνω
ἐξερεθίζω
ἐξερεθιστής
ἐξερέθω
ἐξερείδω
ἐξερείπω
ἐξέρεισις
ἐξέρεισμα
ἐξερειστικός
ἐξέρεκτα
ἐξερέομαι
ἐξέρευγμα
ἐξερεύγομαι
ἐξερεύγω
ἐξερεύθω
ἐξερευνάω
ἐξερεύνησις
ἐξερευνητής
ἐξερευνητικός
ἐξέρευξις
ἐξερεύω
ἐξερέω
ἐξέρημα
ἐξερημόω
ἐξέρησις
ἐξερήσομαι
ἐξερίζω
ἐξεριθεύομαι
ἐξερινάζω
ἐξερίπῃ
ἐξέρισμα
ἐξεριστής
ἐξεριστικός
…
ἐξερεθιστής
Save
ἐξερεθιστής, one who provokes
LSJ
ἐξερεθ-ιστής, οῦ, ὁ,
one who provokes,
AB
251.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}