ἐξέρεισμα
ἐξέρεισμα, prop, support
ἐξέρ-εισμα, ατος, τό,
- prop, support, metaph., Longin. 40.4 (pl.).
ἐξέρεισμα, ατος (τὸ) appui, Lgn 40, 4.
Étym. ἐξερείδω.
ἐξέρεισμα, τό, die Stütze, Longin. 40.4.