ἐξέρεισις
ἐξέρεισις, fixing firmly
ἐξέρ-εισις, εως, ἡ,
- fixing firmly, αἱ πρὸς τὴν γῆν ἐ. Plb. 6.23.4.
ἐξέρεισις, εως (ἡ) action d’appuyer ou de s’appuyer, Pol. 6, 23, 4.
Étym. ἐξερείδω.
ἐξέρεισις, ἡ, das Aufstützen, -stämmen, αἱ πρὸς τὴν γῆν ἐξ. Pol. 6.23.4.