Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐξερεύω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐξεραυνάω
ἐξεράω
ἐξεργάζομαι
ἐξεργασία
ἐξεργασμός
ἐξεργαστέον
ἐξεργαστικός
ἐξεργαστικῶς
ἐξεργάτης
ἐξέργω
ἐξερεείνω
ἐξερεθίζω
ἐξερεθιστής
ἐξερέθω
ἐξερείδω
ἐξερείπω
ἐξέρεισις
ἐξέρεισμα
ἐξερειστικός
ἐξέρεκτα
ἐξερέομαι
ἐξέρευγμα
ἐξερεύγομαι
ἐξερεύγω
ἐξερεύθω
ἐξερευνάω
ἐξερεύνησις
ἐξερευνητής
ἐξερευνητικός
ἐξέρευξις
ἐξερεύω
ἐξερέω
ἐξέρημα
ἐξερημόω
ἐξέρησις
ἐξερήσομαι
ἐξερίζω
ἐξεριθεύομαι
ἐξερινάζω
ἐξερίπῃ
ἐξέρισμα
ἐξεριστής
ἐξεριστικός
ἐξερμηνεύω
ἐξέρομαι
ἐξερπύζω
ἐξέρπω
ἐξέρρηξε
ἐξέρρω
ἐξέρρωσας
ἔξερσις
ἐξερυγγάνω
ἐξερυθριάω
ἐξερυθροειδής
ἐξέρυθρος
ἐξερυθρώδης
ἐξερύκω
ἐξερύω
ἐξέρχομαι
ἐξερῶ
ἐξερωέω
…
ἐξερεύω
Save
LSJ
ἐξερεύω,
= ἐξερευνάω,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}