ἐξέρευξις
ἐξέρευξις, belching
ἐξέρευξις, εως, ἡ,
- belching, Aret. SA 2.2 (pl.).
ἐξέρευξις, εως, ion. ιος (ἡ) rot, Arét. Caus. m. acut. 2, 2.
Étym. ἐξερεύγω.
ἐξέρευξις, ἡ, das Ausspeien, Sp.
ἐξέρευξις, belching