ἐξαπατητήρ
ἐξαπατητήρ, deceiver
ἐξᾰπατ-ητήρ, ῆρος, ὁ,
- deceiver, Hom. Cercop.
mentiroso, engañador
ἐξαπατητῆρες ... καὶ ψεῦσται οἱ Κέρκωπες
ἐξαπατητήρ, ῆρος (ὁ) [ᾰᾰ] trompeur, Hom. fr. 63.
Étym. ἐξαπατάω.
ἐξαπατητήρ, ὁ, der Betrüger, Hom. fragm. Cercop.