ἐξαπάτημα Save LSJ DGE Pape ἐξᾰπάτ-ημα, ατος, τό, gloss on φήλωμα, EM 791.32. ἐξαπάτημα -ματος, τό engaño, EM 791.32G. ἐξαπάτημα, τό, = ἀπάτημα, EM., Erkl. von φηλώματα.