ἐπίμυκτος
ἐπίμυκτος, scoffed at
ἐπίμυκτος, ον, (ἐπιμύζω)
- scoffed at, Thgn. 269.
ἐπίμυκτος, ος, ον, bafoué, Thgn. 269.
Étym. ἐπιμύζω.
ἐπίμυκτος, verhöhnt, Theogn. 269. Vgl. ἐπιμύζω.
ἐπίμυκτος, ον
ἐπιμύζω
- scoffed at, Theogn.