ἐπιμοτόω
ἐπιμοτόω, apply a μοτός
ἐπιμοτόω,
- apply a μοτός (q.v.), in imper. Pass. -μοτούσθω, τιλτοῖς Heliod. ap. Orib. 44.10.9.
ἐπιμοτόω, apply a μοτός