ἐπιμοριότης
ἐπιμοριότης, the property of being ἐπιμόριος
ἐπιμορῐ-ότης, ητος, ἡ,
- the property of being ἐπιμόριος, Iamb. in Nic. p.44 P.
ἐπιμοριότης, ητος (ἡ) qualité d’un nombre ἐπιμόριος, Jambl. Nicom. ar. p. 61.
Étym. v. le préc.
ἐπιμοριότης, ητος, ἡ, das Verhältnis des ἐπιμόριος, Iambl. zu Nicom. arithm.