ἐπιμυλίς
ἐπιμυλίς, knee-pan
ἐπιμῠλίς, ίδος, ἡ,
- knee-pan, Hp. Mochl. 1.
ἐπι·μυλίς, ίδος (ἡ) [ῠ] rotule, articulation du genou, Hpc. Mochl. 841 ; cf. ἐπιγονατίς.
Étym. ἐπί, μύλη.
ἐπιμυλίς, ίδος, ἡ (μύλη), Kniescheibe, Hippocr.; Poll. 2.189.