ἐπιμυλίδιος Save LSJ Pape ἐπιμῠλ-ίδιος, ον, Α = sq. 1, δαίμων Hsch. s.v. διαλαός (post διαλυγίσαντες). ἐπιμυλίδιος, = ἐπιμύλιος, Hesych.