ἐπιποιμήν
ἐπιποιμήν, shepherd (over)
ἐπιποιμήν, ένος, ὁ, ἡ,
- = ποιμήν, θεαὶ δʼ ἐπιποιμένες εἰσί Od. 12.131.
ἐπι·ποιμήν, ένος (ἡ) bergère, Od. 12, 131.
ἐπιποιμήν, ένος, ὁ, der Hirt darüber, = ποιμήν, Od. 12.131 im fem.
ἐπιποιμήν
-ένος
[ἐπι- 10 + ποιμήν. Cf. ἐπιβουκόλος.]
A herdsman Od. 12.131.
ἐπιποιμήν , ένος: pl., fem., shepherdesses over, Od. 12.131†. Cf. ἐπιβουκόλος, ἐπιβώτωρ.
ἐπιποιμήν
- a chief shepherd, Od.