ἐπιπολεύω
ἐπιπολ-εύω,
- = ἐπιπολάζω I, Ael. NA 9.61.
ἐπι·πολεύω, rester à la surface, El. N.A. 9, 61 ; au pass. être surchargé à la surface, Gal. 6, 6, 433.
Étym. ἐπιπολή.
ἐπιπολεύω, = ἐπιπολάζω, auf der Oberfläche sein, φάρμακον οὐκ ἐπιπολεύει, ἀλλʼ ἐς τοὺς ἔσω πόρους κατολισθάνει Ael. H.A. 9.61.