ἐπακολουθητικός
ἐπακολουθητικός, capable of following
ἐπᾰκολουθ-ητικός, ή, όν,
- capable of following, δύναμις Plu. in Hes. 21.
ἐπακολουθητικός, ή, όν, was zu folgen pflegt, Sp.
ἐπακολουθητικός, capable of following