ἐπανηλογέω
ἐπανηλογέω, to recount, recapitulate
ἐπαν-ηλογέω, f.l. in Hdt. 1.90 ἐπανηλόγησε πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ διάνοιαν (leg. ἐπαλιλλόγησε from Poll. 2.120, cf. Hdt. 1.118).
ἐπανηλογέω
aor1 ἐπανηλόγησα
- to recount, recapitulate, Hdt.: but perh. ἐπαλιλλόγησα is the true form: v. παλιλ-λογέω.