ἐπανίπταμαι Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπαν-ίπτᾰμαι, = ἐπαναπέτομαι, Man. 5.220. ἐπ·ανίπταμαι (part. prés. -ιπταμένοις) s’envoler, Man. 5, 220. ἐπανίπταμαι, (ἵπταμαι), auffliegen, Man. 5.220.