ἐπιάλτης Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπιάλτης, ου, ὁ, Aeol. for ἐφιάλτης, Alc. 129, Macrob. Somn. 1.3.7. ἐπιάλτης, v. ἐφιάλτης. ἐπιάλτης, ὁ (äol. für ἐφιάλτης), der Daraufspringende, der Alp, VLL.