ἐπιάλλομαι
ἐπιάλλομαι,
- Ep. for ἐφάλλομαι, aor. 2 part. ἐπιάλμενος Il. 7.15, Od. 24.320.
ἐπιάλλομαι, nur ἐπιάλμενος, als aor.2 zu ἐφάλλομαι, Il. 7.15, Od. 24.320.