ἐπικαλαμάομαι
ἐπικαλαμάομαι, to glean after
ἐπικᾰλᾰμ-άομαι,
- glean after the reapers, Luc. Tox. 16.
ἐπι·καλαμάομαι-ῶμαι [ᾰλᾰ] glaner, Luc. Tox. 16.
Étym. ἐπί, καλάμη.
ἐπικαλαμάομαι, Nachlese halten, Luc. Tox. 16, v.l. ἐπιπαλαμάομαι.
ἐπικαλαμάομαι
καλάμη
- Dep. to glean after the reapers, Luc.