ἐπικαθυγραίνομαι
ἐπικαθυγραίνομαι, to be kept
ἐπικαθ-υγραίνομαι,
- to be kept moist, Sor. 1.44, Orib. Fr. 144, Paul.Aeg. 3.63.
ἐπι·καθυγραίνομαι, humecter dessus, Orib. 4, 636 B.-Dar. ; Sor. Obst. p. 60 Erm.