ἐπικαλυπτήριον
ἐπικαλυπτήριον, covering
ἐπικᾰλυπτ-ήριον, τό,
- covering, Arist. PA 687b24.
ἐπικαλυπτήριον, ου (τὸ) [ᾰ] ce qui recouvre, enveloppe, Arstt. P.A. 4, 10, 28.
Étym. ἐπικαλύπτω.
ἐπικαλυπτήριον, τό, die Decke, Arist. part. an. 4.10.