About
Menu

ἐπικορίζω

ἐπικορίζω, Arist. H.A. 9.8, τῶν περδίκων οἱ τιθασσοὶ τοὺς ἀγρίους ὀχεύουσι καὶ ἐπικορίζουσι, scheint = ὑποκορίζομαι zu nehmen, doch s. ἐπικορρίζω.

Saved

Recent