ἐπικουρητικός
ἐπικουρητικός, helping, guarding, mercenary
ἐπικουρ-ητικός, ή, όν,
- = ἐπικουρικός, Pl. R. 441a, Aen.Tact. 38tit.
ἐπικουρητικός, τινος, wogegen helfend, Hesych. ἐπιήρανα.