ἐπιλυτικός
ἐπιλυτικός, good at solving difficulties
ἐπι-λῠτικός, ή, όν,
- good at solving difficulties, [γραμματικοὶ] οἱ ἐ. καλούμενοι Suid. s.v. Σωσίβιος, cf. Gal. Subf.Emp. 12.
ἐπιλυτικός, ή, όν, auflösend, Suid.