ἐπίμακρος
ἐπίμακρος, oblong
ἐπίμακρος, ον,
- oblong, Hp. Art. 79 (v.l. ὑπόμακρος).
ἐπί·μακρος, ος, ον, oblong, Hpc. Art. 838.
ἐπίμακρος, länglich, Hippocr.
ἐπίμακρος, oblong