ἐπιμάζιος
ἐπιμάζιος, ον, (μαζός)
- = ἐπιμαστίδιος, AP 9.548 (Bianor), 5.275.5 (Agath.).
ἐπι·μάζιος, ος, ον, qui est à la mamelle, Anth. 5, 276 ; 9, 548 (ἐπί, μαζός 1).
ἐπιμάζιος, = ἐπιμάστιος ; Bian. 15 (IX.548); Agath. 5 (V.276).
ἐπιμάζιος
ἐπι-μάζιος, ον
μαζός
= ἐπιμαστίδιος, Anth.