ἐπιμηνιεία
ἐπιμηνιεία, office of ἐπιμήνιος
ἐπιμηνι-εία, ἡ,
- the office of ἐπιμήνιος, Test.Epict. 4.31, SIG 241.121 (Delph., iv B.C.).
ἐπιμηνιεία, ἡ, das Amt eines ἐπιμήνιος 1, Inscr.