ἐπιμισθοφορά Save Bailly 2024 Pape ἐπι·μισθο·φορά, ᾶς (ἡ) solde extraordinaire, DC. 78, 36. Étym. ἐπί, μισθός, φέρω. ἐπιμισθοφορά, ἡ, außerordentlicher Sold, DC. 78.36.