ἐπιρρευματισμός
ἐπιρρευματισμός, flow
ἐπιρρευμᾰτ-ισμός, ὁ,
- flow of humours to a wound, Hippiatr. 10; ἰχώρων Harp.Astr. in Cat.Cod.Astr. 8(3).150.20.
ἐπιρρευματισμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] nouveau rhumatisme, nouvelle fluxion, Hippiatr. p. 42, 19.
Étym. ἐπιρρευματίζομαι.