ἐπιστρατηΐη Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἐπιστρατηΐη, v. ἐπιστρατεία. ἐπιστρατηΐη -ης, ἡ Ion. voor ἐπιστρατεία. ἐπιστρατηΐη, ἡ, = ἐπιστρατεία, Her. 9.3.