ἐπιστραφής Save LSJ Pape ἐπιστρᾰφής, ές, = ἐπιστρεφής, Ammon. Diff. p.54 V., Ptol.Asc. p.395 H. ἐπιστραφής, ές, = ἐπιστρεφής, Ammon., l.d.