ἐπιτετευγμένως
ἐπιτετευγμένως, successfully
ἐπιτετευγμένως, Adv., (ἐπιτυγχάνω)
- successfully, D.L. 2.42, Ach.Tat. Intr.Arat. p.79 M.
ἐπιτετευγμένως, adv. avec succès, DL. 2, 42 ; Bas. 2, 99.
Étym. ἐπιτυγχάνω.
ἐπιτετευγμένως, treffend, dem Zwecke gemäß, DL. 2.42 u. K.S.