ἐπιτεχνάζομαι Save Bailly 2024 Pape ἐπι·τεχνάζομαι (seul. prés.) c. le suiv. Opp. H. 3, 194. ἐπιτεχνάζομαι, = ἐπιτεχνάομαι, Opp. H. 3.194.