About Report a problem

Menu

ἐπιχειρονομέω

ἐπιχειρονομέω, gesticulate

ἐπιχειρο-νομέω,
  • gesticulate, Ph. 1.298, 2.485: metaph., grasp at, ταῖς πλεονεξίαις ib. 371 (s.v.l.); οἱ ἐπιχειρονομοῦντες, = οἱ ταῖς χερσὶν ὡς νόμοις χρώμενοι, Hsch.

Saved

Recent