ἐπίχλοος
ἐπίχλοος, with a green surface
ἐπίχλοος, ον, (χλόα)
- with a green surface, πέτραι ποιῇσιν ἐ. Opp. H. 1.131.
ἐπί·χλοος, οος, οον, à surface verte, Opp. H. 131.
Étym. ἐπί, χλόα.
ἐπίχλοος, obenauf grün, Opp. H. 1.131 ; Nic. Al. 474.