ἐπίχευμα Save Bailly 2024 Pape ἐπίχευμα, ατος (τὸ) libation, Eur. H.f. 892 conj. Étym. ἐπιχέω. ἐπίχευμα, τό, = ἐπίχυσις, Eur. Herc.Fur. 892, nach Musgr.