ἐπωνύμιον
ἐπωνῠμ-ιον, τό,
- surname, Plu. Vind. 2.560e; ἐ. παιδικόν Id. Pyrrh. 1; = Lat. cognomen, D.H. 5.19.
ἐπωνύμιον, ου (τὸ) [ῠ] c. le préc. DH. 5, 19 ; Plut. Pyrrh. 1, M. 560f.
ἐπωνύμιον, τό, = ἐπωνυμία, Plut. Pyrrh. 1 u. a.Sp., wie DC. 57.14.
ἐπωνύμιον, ου, τό,
from ἐπώνυμος
= ἐπωνῠμία, Plut.