ἐπωμάδιος
ἐπωμάδιος, on the shoulders
ἐπωμ-άδιος [ᾰ], ον, (ὦμος)
- on the shoulders, πτέρυγας Theoc. 29.29 (v.l. ἐπʼ ὀμμασίαις, fort. leg. ἐπομμαδίαις), cf. APl. 16.108 (Jul.).
ἐπ·ωμάδιος, ος, ον [ᾰ] placé sur l’épaule, A. Pl. 4, 108 ||
➳ Fém. -ία, Thcr. Idyl. 29, 29.
Étym. ἐπί, ὦμος.
ἐπωμάδιος, auf den Schultern, πτέρυγες Theocr. 29.29 ; πτερύγων ζεῦγος Iul. 26 (Plan. 108); βάρος αἴρων Philp. 69 (IX.11).
ἐπωμάδιος
ἐπ-ωμάδιος, ον
ὦμος
- on the shoulders, Theocr. 1.