ἐπωμιαῖος Save Bailly 2024 Pape ἐπ·ωμιαῖος, α, ον, c. ἐπώμιος, Hpc. 277, 36, 48, var. ἐπωμίδιος. Étym. ἐπί, ὦμος. ἐπωμιαῖος, α, ον, Hippocr., s. l. für ἐπωμίδιος, = ἐπωμάδιος.