ἐπωμίδιος
ἐπωμίδιος, on the shoulder
ἐπωμ-ίδιος, α, ον,
- on the shoulder, φλέψ Hp. Oss. 12.
- II Subst. -ίδιον, τό, Dim. of ἐπωμίς, horseʼs trappings, App. Mith. 115.
ἐπωμίδιος, v. ἐπωμιαῖος.