ἐπώμιος
ἐπώμ-ιος, ον,
- = ἐπωμάδιος, E. Hyps.Fr. 32(58).9, Luc. Am. 44; ἐ. τι ἀνελέσθαι Alciphr. 1.1.
ἐπ·ώμιος, ος, ον, placé sur l’épaule, Luc. Am. 44 ; Alciphr. 1, 1.
Étym. ἐπί, ὦμος.
ἐπώμιος, = ἐπωμάδιος, περόναι Luc. Amor. 44 ; Alciphr. 1.1.