ἐρεισμός Save LSJ Bailly 2024 ἐρ-εισμός, ὁ, = foreg. [ἔρεισμα] I, Aq. Is. 3.1. ἐρεισμός, οῦ (ὁ) appui, Aqu. Esai. 3, 1. Étym. ἐρείδω.