ἐρείπιος
ἐρείπιος, falling, ruinous
ἐρείπ-ιος, ον,
- falling, ruinous, οἰκία Ph. 1.197, cf. 2.436; ἐρείπιος γῆ· ἡ χέρσος, Suid.
ἐρείπιος, ος, ον, qui tombe en ruines, Phil. 1, 197.
Étym. ἐρείπω.
ἐρείπιος, ον, einstürzend, οἰκία Philo.