ἐρευγμώδης
ἐρευγ-μώδης, ες,
- v.l. for ἐρευγματώδης, Hp. Vict. 2.42.
ἐρευγμώδης, ης, ες, c. ἐρευγματώδης, Hpc. 326, 24.
Étym. ἐρευγμός, -ωδης.
ἐρευγμώδης, ες, = ἐρευγματώδης, ες, Hippocr.